διαρραγή

διαρρᾰγή, ,
A tearing apart,

ὀστέων Hp.Coac.184

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαρραγή — διαρραγή, η (Α) ρήξη, σπάσιμο …   Dictionary of Greek

  • διαρραγή — tearing apart fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρραγῇ — διαράσσω strike through aor subj pass 3rd sg διαρραγή tearing apart fem dat sg (attic epic ionic) διαρρήγνυμι break through aor subj pass 3rd sg διαρρᾱγῇ , διαρρήγνυμι break through aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρραγαί — διαρραγή tearing apart fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • MESOMEDES — Cretensis, poeta Adriano principi carissimus, scripsit in laudem Antinoi liberti eius. Suidas. Meminit eius Eusebius quoque in Chron. Μεσομήδης ὁ Κρὴς κιθαρωδικῶν νόμων μουσικὸς ποιητὴς γνωρίζεται, ubi κιθαρῳδικῶν νόμων ποιητης, est canticorum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • διάρρηξη — Με την κυριολεκτική σημασία ο όρος σημαίνει σπάσιμο. Με τη μεταφορική του σημασία σημαίνει διακοπή, ακύρωση. (Νομ.) Η κατάργηση μιας δικαιοπραξίας ή μιας σχέσης. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, καθώς και η… …   Dictionary of Greek

  • διαρραγῇς — διαράσσω strike through aor subj pass 2nd sg διαρραγή tearing apart fem dat pl (epic) διαρρήγνυμι break through aor subj pass 2nd sg διαρρᾱγῇς , διαρρήγνυμι break through aor subj pass 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.